στο λεξικό PONS
I. διατηρ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ðiatiˈrɔ] VERB μεταβ
1. διατηρώ (κρατώ):
- διατηρώ
- halten
- διατηρώ κάτι ζωντανό
- etw am Leben halten
- διατηρώ επαφή με κάποιον
- mit jdm Kontakt halten
- διατηρώ την ισορροπία μου
- sein Gleichgewicht halten
2. διατηρώ (ψυχραιμία, υπομονή):
- διατηρώ
- wahren
- διατηρώ την ανωνυμία μου
- seine Anonymität wahren
3. διατηρώ (συντηρώ: υγεία κτλ):
- διατηρώ
- erhalten
4. διατηρώ (οικογένεια, μαγαζί, σχέσεις):
- διατηρώ
- unterhalten
5. διατηρώ (τρόφιμα: αποθηκεύω κάπου):
- διατηρώ
- aufbewahren
- διατήρησέ το σε δροσερό μέρος
- bewahr es an einem kühlen Ort auf
II. διατηρούμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. διατηρούμαι (τρόφιμα: μένω φρέσκος):
- διατηρούμαι
- frisch bleiben
- θα διατηρηθεί μέχρι αύριο;
- wird es bis morgen frisch bleiben?
2. διατηρούμαι (τρόφιμα: επιδέχομαι αποθήκευση):
- αυτό το ποτό διατηρείται;
- ist dieses Getränk haltbar?
3. διατηρούμαι (άνθρωπος: από υγεία):
- διατηρούμαι καλά
- sich gut halten
- διατηρούμαι σε φόρμα
- sich in Form halten
διατηρώ VERB
- διατηρώ (κάποια κατάσταση)
- aufrechterhalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διατηρώ την ανωνυμία μου
- seine Anonymität wahren
- διατηρώ την αταραξία μου
- seine Ruhe bewahren
- διατηρώ επαφή με κάποιον
- mit jdm Kontakt halten
- διατηρώ την ισορροπία μου
- sein Gleichgewicht halten
- διατηρώ κάτι ζωντανό
- etw am Leben halten