στο λεξικό PONS
έσχατ|ος <-η, -ο> [ˈɛsxatɔs] ΕΠΊΘ
1. έσχατος (γενικά: άκρος):
- έσχατος
- extrem, äußerste(r, s)
- το έσχατο όριο της …
- die äußerste Grenze der …
- έσχατα μέτρα
- extreme Maßnahmen θηλ πλ
- με έσχατη περιφρόνηση
- mit äußerster Verachtung
- σε έσχατη φτώχεια
- in äußerster Armut
- η έσχατη θυσία
- das höchste Opfer ουδ
- εσχάτη προδοσία
- Hochverrat αρσ
- διαπράττω το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας
- Hochverrat begehen
- η εσχάτη των ποινών
- die Todesstrafe θηλ
2. έσχατος (κίνδυνος, ανάγκη):
- έσχατος
- höchste(r, s)
- σε έσχατο κίνδυνο
- in höchster Gefahr
- σε έσχατη ανάγκη
- in höchster Not
3. έσχατος (τελευταίος):
- έσχατος
- letzte(r, s)
- η έσχατη ελπίδα
- die letzte Hoffnung θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.