στο λεξικό PONS
εμπορεύσιμ|ος <-η, -ο> [ɛmbɔˈrɛfsimɔs] ΕΠΊΘ
- εμπορεύσιμος
- marktfähig, handelbar, Handels-
- εμπορεύσιμο χρεόγραφο
- marktfähiges/handelbares Wertpapier ουδ
- εμπορεύσιμο αγαθό
- Handelsgut ουδ
- εμπορεύσιμη μονάδα ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Handelseinheit θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.