στο λεξικό PONS
κίνδυνος [ˈcinðinɔs] SUBST αρσ
1. κίνδυνος (επικείμενο κακό):
- κίνδυνος
- Gefahr θηλ
- βρίσκομαι σε κίνδυνο
- in Gefahr sein
- βρίσκομαι σε κίνδυνο
- sich in Gefahr befinden
- εκθέτω σε κίνδυνο
- in Gefahr bringen
- εκτός κινδύνου
- außer Gefahr
- δεν υπάρχει κίνδυνος
- es besteht keine Gefahr
- διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει την περιουσία του
- er läuft Gefahr, sein Vermögen zu verlieren
- διατρέχω κίνδυνο
- in Gefahr sein
- δημόσιος κίνδυνος
- öffentliche Gefahr θηλ
- δημόσιος κίνδυνος
- Gefahr θηλ für die Allgemeinheit
- απόκρουση θηλ κινδύνου
- Gefahrenabwehr θηλ
- αποτροπή θηλ κινδύνου
- Gefahrabwendung θηλ
2. κίνδυνος ΝΟΜ:
- άμεσος κίνδυνος
- unmittelbare Gefahr θηλ
- επικείμενος κίνδυνος
- dringende Gefahr θηλ
- κοινός κίνδυνος
- gemeine Gefahr θηλ
- παρών κίνδυνος
- gegenwärtige Gefahr θηλ
- συγκεκριμένος κίνδυνος
- konkrete Gefahr θηλ
- με κίνδυνο του αποστολέα/ιδιοκτήτη
- auf Gefahr des Absenders/Eigentümers
- ανάληψη θηλ κινδύνου
- Gefahrübernahme θηλ
- αύξηση θηλ κινδύνου
- Gefahrerhöhung θηλ
- κατηγορία θηλ κινδύνου
- Gefahrenklasse θηλ
- κοινωνία θηλ κινδύνων
- Gefahrengemeinschaft θηλ
- μεταβίβαση θηλ κινδύνου
- Gefahrenübertragung θηλ
- υποψία θηλ κινδύνου
- Gefahrenverdacht αρσ
3. κίνδυνος (ενδεχόμενη μειονεκτικότητα: για την υγεία κτλ):
- κίνδυνος
- Risiko ουδ
- κίνδυνος ακτινοβολίας
- Strahlenrisiko ουδ
- επαγγελματικός κίνδυνος
- berufliches Risiko ουδ
- επενδυτικός κίνδυνος
- Investitionsrisiko ουδ
- κίνδυνος μόλυνσης
- Infektionsrisiko ουδ
- κίνδυνος για την υγεία
- Gesundheitsrisiko ουδ
- κίνδυνος μετάδοσης
- Ansteckungsgefahr θηλ
- εκτιμώμενος κίνδυνος
- geschätztes Risiko ουδ
- ανάληψη θηλ κινδύνου
- Risikoübernahme θηλ
- εκτίμηση θηλ κινδύνου
- Risikobewertung θηλ
- διασπορά θηλ κινδύνου
- Risikostreuung θηλ
4. κίνδυνος (ανάγκη):
- κίνδυνος
- Not θηλ
- σήμα ουδ κινδύνου
- Notsignal ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κίνδυνος αρσ εγγύησης
- Gewährleistungsrisiko ουδ
- κίνδυνος αρσ απόδρασης
- Fluchtgefahr θηλ
- κίνδυνος αρσ ηλεκτροπληξίας
- Stromschlaggefahr θηλ
- κίνδυνος αρσ ευθύνης
- Haftungsrisiko ουδ
- άμεσος κίνδυνος
- unmittelbare Gefahr θηλ