στο λεξικό PONS
προτιμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [prɔtiˈmɔ] VERB μεταβ
- προτιμώ
- vorziehen, lieber haben
- προτιμώ το τρένο από το λεωφορείο
- ich ziehe den Zug dem Bus vor
- τι προτιμάς;
- was ziehst du vor?, was hast du lieber?
- προτιμώ να φύγω
- ich gehe lieber
- θα προτιμούσα να …
- ich würde lieber …
- προτιμώ να μείνω σπίτι παρά να τον δω
- ich bleibe lieber zu Hause, als dass ich ihn sehe
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προτιμώ να φύγω
- ich gehe lieber
- προτιμώ το τρένο από το λεωφορείο
- ich ziehe den Zug dem Bus vor
- προτιμώ να μείνω σπίτι παρά να τον δω
- ich bleibe lieber zu Hause, als dass ich ihn sehe