στο λεξικό PONS
I. αναφέρ|ω <-α, -θηκα, -μένος> [anaˈfɛrɔ] VERB μεταβ
1. αναφέρω (μνημονεύω):
- αναφέρω
- erwähnen
- το τρένο ήταν φίσκα, για να μην αναφέρουμε την καθυστέρηση
- der Zug war proppenvoll, von der Verspätung ganz zu schweigen
2. αναφέρω (λέω, δηλώνω, εξηγώ):
- αναφέρω
- aufführen
3. αναφέρω (θίγω):
- αναφέρω
- ansprechen
4. αναφέρω (καταγγέλλω):
- αναφέρω
- melden
II. αναφέρομαι VERB αυτοπ ρήμα
- αναφέρομαι σε
- sich beziehen auf +αιτ
- σε ποιον αναφέρεσαι;
- auf wen beziehst du dich?
- σε τι αναφέρεται αυτό το γράμμα; (για το τι μιλάει)
- worum geht es in diesem Brief?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.