στο λεξικό PONS
απαγγ|έλλω [apaɲˈɟɛlɔ], απαγγ|έλνω <-ειλα, -έλθηκα, -ελμένος> VERB μεταβ
1. απαγγέλλω (ποίημα):
- απαγγέλλω
- vortragen
2. απαγγέλλω ΝΟΜ (απόφαση):
- απαγγέλλω
- verkünden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.