στο λεξικό PONS
I. πυροβολ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [pirɔvɔˈlɔ] VERB αμετάβ
- πυροβολώ
- schießen
II. πυροβολ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [pirɔvɔˈlɔ] VERB μεταβ
- πυροβολώ κάποιον/κάτι
- auf jdn/etw schießen/jdn/etw anschießen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πυροβολώ κάποιον/κάτι
- auf jdn/etw schießen/jdn/etw anschießen