στο λεξικό PONS
αναπνοή [anapnɔˈi] SUBST θηλ
1. αναπνοή (ο αέρας):
- αναπνοή
- Atem αρσ
- παίρνω (βαθιά) αναπνοή
- (tief) Luft holen
- κρατάω την αναπνοή μου
- den Atem/die Luft anhalten
- μου κόπηκε η αναπνοή
- es verschlug mir den Atem
- σε απόσταση αναπνοής
- direkt vor Augen
2. αναπνοή (η λειτουργία):
- αναπνοή
- Atmung θηλ
- βραγχιακή αναπνοή
- Kiemenatmung θηλ
- βρογχική αναπνοή
- Bronchialatmung θηλ
- δερματική αναπνοή
- Hautatmung θηλ
- εσωτερική αναπνοή
- innere Atmung θηλ
- κυτταρική αναπνοή
- Zellatmung θηλ
- τεχνητή αναπνοή (με μηχάνημα)
- künstliche Beatmung θηλ
- τεχνητή αναπνοή (από στόμα σε στόμα)
- Mund-zu-Mund-Beatmung θηλ
- τεχνητή αναπνοή (από στόμα σε μύτη)
- Mund-zu-Nase-Beatmung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βραγχιακή αναπνοή
- Kiemenatmung θηλ
- βρογχική αναπνοή
- Bronchialatmung θηλ
- δερματική αναπνοή
- Hautatmung θηλ
- τεχνητή αναπνοή (από στόμα σε μύτη)
- Mund-zu-Nase-Beatmung θηλ
- εσωτερική αναπνοή
- innere Atmung θηλ