στο λεξικό PONS
εργαστήριο [ɛrɣasˈtiriɔ] SUBST ουδ
1. εργαστήριο (του τεχνίτη):
- εργαστήριο
- Werkstatt θηλ
2. εργαστήριο (επιστημονικό):
- εργαστήριο
- Labor ουδ
- εργαστήριο
- Laboratorium ουδ
- ραδιοχημικό εργαστήριο
- radiochemisches Labor/Laboratorium ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ραδιοχημικό εργαστήριο
- radiochemisches Labor/Laboratorium ουδ