στο λεξικό PONS
I. κατ|αλαμβάνω <-έλαβα, -αλήφθηκα, -ειλημμένος> [katalaɱˈvanɔ] VERB μεταβ (πόλη, χώρο)
- καταλαμβάνω
- einnehmen
II. καταλαμβάνομαι VERB αυτοπ ρήμα (από φόβο)
- καταλαμβάνομαι από
- ergriffen werden von
- καταλαμβάνομαι από πανικό
- in Panik geraten
- όταν το άκουσε τον κατέλαβε φόβος
- als er es hörte, ergriff ihn die Angst
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταλαμβάνω κάποιον εξαπίνης
- jdn überraschen