στο λεξικό PONS
υπόθεσ|η <-εις> [iˈpɔθɛsi] SUBST θηλ
1. υπόθεση (εικασία):
- υπόθεση
- Annahme θηλ
- υπόθεση
- Hypothese θηλ
- μηδενική υπόθεση ΣΤΑΤ
- Nullhypothese θηλ
2. υπόθεση (δουλειά, θέμα):
- υπόθεση
- Angelegenheit θηλ
- υπόθεση
- Sache θηλ
- μην ανακατεύεσαι στις υποθέσεις μας
- misch dich nicht in unsere Angelegenheiten
- αυτό είναι άλλη υπόθεση
- das ist etwas anderes/das ist eine andere Sache
- αυτό είναι δική του υπόθεση
- das ist seine Sache
- οικογενειακή υπόθεση
- Familienangelegenheit θηλ
- κύρια υπόθεση
- Hauptsache θηλ
3. υπόθεση ΝΟΜ:
- υπόθεση
- Sache θηλ
- υπόθεση
- Fall αρσ
- ποινική υπόθεση
- Strafsache θηλ
υπόθεση SUBST
- υπόθεση (πλοκή) θηλ ΚΙΝΗΜ
- Handlung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπόθεση θηλ ρουτίνας
- Routineangelegenheit θηλ
- κοσμογονική υπόθεση
- kosmogonische Hypothese θηλ
- μηδενική υπόθεση ΣΤΑΤ
- Nullhypothese θηλ
- οικογενειακή υπόθεση
- Familienangelegenheit θηλ
- ποινική υπόθεση
- Strafsache θηλ