στο λεξικό PONS
I. ηλικιωμέν|ος <-η, -ο> [iliciɔˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- ηλικιωμένος
- alt
II. ηλικιωμέν|ος <-η, -ο> [iliciɔˈmɛnɔs] SUBST αρσ/θηλ
- ηλικιωμένος
- alte Frau θηλ
- ηλικιωμένος
- alter Mann αρσ
- οι ηλικιωμένοι
- die Senioren αρσ πλ
- οι ηλικιωμένοι
- die alten Leute πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.