στο λεξικό PONS
αρχή [arˈçi] SUBST θηλ
1. αρχή (απ' όπου ξεκινά κάτι, έναρξη):
- αρχή
- Anfang αρσ
- στην αρχή
- am Anfang
- το ήξερα από την αρχή
- ich wusste es von Anfang an
- από την αρχή ως το τέλος
- von Anfang bis Ende
- αρχίζω από την αρχή
- (noch einmal) von vorne anfangen
- απ' αρχή-αρχή
- ganz von Anfang an
- κατ' αρχήν (βασικά)
- im Prinzip
- αρχής γενομένης (από) τον Ιούλιο
- vom Juli an gezählt
- κάνω την αρχή
- den Anfang machen
- κάνω καλή/νέα αρχή
- einen guten/neuen Anfang machen
- κάθε αρχή και δύσκολη
- aller Anfang ist schwer
- καλή αρχή!
- viel Glück!
- στις αρχές του 20ού αιώνα
- zu Beginn des 20. Jahrhunderts
- φτου κι απ' την αρχή!
- da können wir jetzt wieder von vorn anfangen!
2. αρχή (ηθικός κανόνας):
- αρχή
- Prinzip ουδ
- αρχή
- Grundsatz αρσ
- βασική αρχή
- Grundprinzip ουδ
- η αρχή της …
- das Prinzip der …
- είναι άνθρωπος με/χωρίς αρχές
- er ist ein Mensch mit/ohne Prinzipien
- ενεργώ σύμφωνα με τις αρχές μου
- nach seinen Prinzipien handeln
- χωρίς αρχές
- prinzipienlos
- το έχω σαν αρχή να κάνω κάτι
- etw aus Prinzip tun
- από θέμα αρχής
- aus Prinzip
- κατ' αρχή (βασικά, γενικά)
- grundsätzlich, im Prinzip
- κατ' αρχή συμφωνώ
- grundsätzlich/im Prinzip bin ich einverstanden
- έλλειψη θηλ αρχών
- Prinzipienlosigkeit θηλ
- είναι ζήτημα αρχών
- das ist eine Prinzipienfrage
3. αρχή μτφ (βάση):
- αρχή
- Grundlage θηλ
- οι βασικές αρχές θηλ πλ της φυσικής
- die Grundlagen θηλ πλ der Physik
4. αρχή (υπηρεσία, γραφείο):
- αρχή
- Behörde θηλ
- αρμόδια αρχή
- (zuständige) Behörde θηλ
- δημόσια αρχή
- Behörde θηλ
- δικαστική αρχή
- Justizbehörde θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απ' αρχή-αρχή
- ganz von Anfang an
- αρχή θηλ αιτιότητας
- Kausalprinzip ουδ
- στην αρχή
- am Anfang
- δημόσια αρχή
- Behörde θηλ
- διοικητική αρχή
- Verwaltungsbehörde θηλ