στο λεξικό PONS
I. επ|ιλέγω <-έλεξα, -ιλέχτηκα, -ιλεγμένος> [ɛpiˈlɛɣɔ] VERB μεταβ (διαλέγω)
- επιλέγω
- wählen, auswählen
II. επιλέγομαι VERB αυτοπ ρήμα (φέρω πρόσθετο όνομα)
- ο ΑΒ επιλεγόταν Χ
- AB wurde auch X genannt
- ΑΒ, ο επιλεγόμενος Χ
- AB, der auch X genannt wird
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.