στο λεξικό PONS
I. οπτικ|ός <-ή, -ό> [ɔptiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. οπτικός ΦΥΣ:
- οπτικός
- optisch
- οπτική απάτη
- optische Täuschung θηλ
- οπτικό κέντρο
- optischer Mittelpunkt αρσ
- οπτικό όργανο (συσκευή)
- optisches Gerät ουδ
- οπτικό πάχος
- optische Dicke θηλ
- οπτικό σύστημα
- optisches System ουδ
- οπτικό φάσμα
- optisches/sichtbares Spektrum ουδ
2. οπτικός (σχετικός με την όραση):
- οπτικός
- Seh-
- οπτικός άξονας
- Sehachse θηλ
- οπτικό νεύρο
- Sehnerv αρσ
- οπτικό πεδίο
- Gesichtsfeld ουδ
- οπτικός τύπος (άνθρωπος)
- optischer Typ αρσ
II. οπτικ|ός [ɔptiˈkɔs] SUBST mf
- οπτικός
- Optiker(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οπτικός άξονας
- Sehachse θηλ
- οπτικός διαμορφωτής
- Optikmodulator αρσ
- οπτικός κυματοδηγός
- optischer Wellenleiter αρσ
- οπτικός τύπος (άνθρωπος)
- optischer Typ αρσ