στο λεξικό PONS
παρέα [paˈrɛa] SUBST θηλ
1. παρέα (κύκλος συναναστροφής):
- παρέα
- Freundeskreis αρσ
2. παρέα (ομάδα φίλων):
- παρέα
- Clique θηλ
- βγήκε με την παρέα του
- er ist mit seiner Clique unterwegs
3. παρέα (συντροφιά):
- παρέα
- Gesellschaft θηλ
- θα σου κάνω παρέα
- ich leiste dir Gesellschaft
- ήταν παρέα με το φίλο της
- sie war in Gesellschaft ihres Freundes
4. παρέα (συναναστροφή):
- παρέα
- Umgang αρσ
- δεν κάνει παρέα μαζί μου
- er hat keinen Umgang mit mir
- κόβω τις παρέες με κάποιον
- den Umgang mit jdm abbrechen
παρέα SUBST
- κάνω παρέα με κάποιον (είμαι φίλος του)
- mit jemandem befreundet sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θα σου κάνω παρέα
- ich leiste dir Gesellschaft
- βγήκε με την παρέα του
- er ist mit seiner Clique unterwegs
- δεν κάνει παρέα μαζί μου
- er hat keinen Umgang mit mir
- ήταν παρέα με το φίλο της
- sie war in Gesellschaft ihres Freundes
- προτιμότερο να πάω μόνος παρά με τέτοια παρέα
- lieber gehe ich allein hin als mit so einer Gesellschaft