στο λεξικό PONS
αμαρτία [amarˈtia] SUBST θηλ
- αμαρτία
- Sünde θηλ
- είναι αμαρτία να …
- es ist zu schade, zu …
- πληρώνω τις αμαρτίες μου
- für seine Sünden bezahlen
- για να πω την αμαρτία μου
- um ehrlich zu sein
- παίρνω πάνω μου την αμαρτία
- die Verantwortung übernehmen
- είναι μια παλιά του αμαρτία
- sie ist eine alte Liebe von ihm
- τον αγαπάει σαν αμαρτία
- sie liebt ihn wie verrückt
- είναι όμορφη σαν αμαρτία
- sie ist wahnsinnig/unfassbar schön/hübsch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι αμαρτία να …
- es ist zu schade, zu …
- τον αγαπάει σαν αμαρτία
- sie liebt ihn wie verrückt
- είναι όμορφη σαν αμαρτία
- sie ist wahnsinnig/unfassbar schön/hübsch
- παίρνω πάνω μου την αμαρτία
- die Verantwortung übernehmen
- είναι μια παλιά του αμαρτία
- sie ist eine alte Liebe von ihm