στο λεξικό PONS
καιρός [cɛˈrɔs] SUBST αρσ
1. καιρός (καιρικές συνθήκες):
- καιρός
- Wetter ουδ
- τι καιρό κάνει;
- wie ist das Wetter?
- τι καιρό έχετε;
- was für ein Wetter habt ihr?
- κάνει κρύο καιρό
- es ist kalt
- κάνει καλό/άσχημο καιρό
- es ist schönes/schlechtes Wetter
- ανοιξιάτικος καιρός
- Frühlingswetter ουδ
- βροχερός καιρός
- Regenwetter ουδ
- βροχερός καιρός
- regnerisches Wetter ουδ
- θυελλώδης καιρός
- stürmisches Wetter ουδ
- καλοκαιριάτικος καιρός
- sommerliches Wetter ουδ
- καλοκαιριάτικος καιρός
- Sommerwetter ουδ
- ομιχλώδης καιρός
- nebliges Wetter ουδ
- ομιχλώδης καιρός
- Nebelwetter ουδ
- φθινοπωρινός καιρός
- Herbstwetter ουδ
- φθινοπωρινός καιρός
- herbstliches Wetter ουδ
- χειμωνιάτικος καιρός
- Winterwetter ουδ
- χειμωνιάτικος καιρός
- winterliches Wetter ουδ
2. καιρός (χρόνος):
- καιρός
- Zeit θηλ
- δεν έχω καιρό
- ich habe keine Zeit
- έχουμε καιρό (ακόμα)
- wir haben noch genug Zeit
- έχουμε (ακόμα) καιρό μπροστά μας
- uns bleibt noch genug Zeit
- δεν έχουμε καιρό για χάσιμο
- wir haben keine Zeit zu verlieren
- περνάω τον καιρό μου
- seine Zeit verbringen
- με τι περνάς τον καιρό σου;
- womit verbringst du deine Zeit?
- χάνω τον καιρό μου
- seine Zeit vergeuden
- μη χάνεις τον καιρό σου
- vergeude nicht deine Zeit
- καιρός είναι να αρχίσουμε
- es ist Zeit anzufangen
- ο καιρός περνάει γρήγορα
- die Zeit geht schnell um
- όσο περνάει ο καιρός τόσο …
- je mehr Zeit vergeht, desto …
- πέρυσι τέτοιον καιρό
- letztes Jahr um diese Zeit
- του χρόνου τέτοιον καιρό
- nächstes Jahr um diese Zeit
- πριν καιρό
- vor geraumer Zeit
- τον τελευταίο καιρό
- in der letzten Zeit
- πόσον καιρό χρειάστηκες;
- wie lang(e) hast du gebraucht?
- έχω καιρό να τον δω
- ich habe ihn seit langem nicht (mehr) gesehen
- έχεις καιρό που μένεις εδώ;
- wohnst du schon seit langem hier?
- καιρούς και ζαμάνια έχω να τον δω
- ich habe ihn seit Ewigkeiten nicht mehr gesehen
- από καιρό σε καιρό
- von Zeit zu Zeit
- πήραμε τα εισιτήρια από καιρό
- wir haben schon lange im Voraus die Karten gekauft
- με τον καιρό
- mit der Zeit
- ο παλιός (καλός) καιρός
- die gute alte Zeit
- κάθε πράγμα με τον καιρό του παροιμ
- alles zu seiner Zeit
- ο καιρός είναι γιατρός παροιμ
- die Zeit heilt alle Wunden
- έχει ο καιρός γυρίσματα παροιμ
- das Leben ist voller Überraschungen
- μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που …
- es war einmal ein König, der …
καιρός SUBST
- πολύ καιρό (για χρονικό διάστημα)
- lange
- θα κρατήσει πολύ καιρό
- es wird lange dauern
καιρός SUBST
- εδώ και πολύ καιρό (πριν από πολύ καιρό)
- (schon) vor langer Zeit
- εδώ και πολύ καιρό (από πολύ καιρό)
- seit langem
καιρός SUBST
- εν καιρώ τυπικ
- zu gebührender Zeit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βροχερός καιρός
- Regenwetter ουδ
- ομιχλώδης καιρός
- nebliges Wetter ουδ
- θυελλώδης καιρός
- stürmisches Wetter ουδ
- καλοκαιριάτικος καιρός
- sommerliches Wetter ουδ
- φθινοπωρινός καιρός
- Herbstwetter ουδ