στο λεξικό PONS
αποφασιστικ|ός <-ή, -ό> [apɔfasistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. αποφασιστικός (άνθρωπος):
- αποφασιστικός
- entschlossen
- δεν είσαι καθόλου αποφασιστικός
- du bist so unentschlossen
2. αποφασιστικός (κρίσιμος: μάχη):
- αποφασιστικός
- entscheidend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν είσαι καθόλου αποφασιστικός
- du bist so unentschlossen