στο λεξικό PONS
φορτώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [fɔrˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. φορτώνω (όχημα):
- φορτώνω με
- beladen mit
2. φορτώνω (εμπόρευμα):
- φορτώνω
- laden
3. φορτώνω μτφ:
- φορτώνω κάτι σε κάποιον (βάρος, δουλειά)
- jdm etw aufbürden
- φορτώνω ένα έγκλημα σε κάποιον
- jdm ein Verbrechen in die Schuhe schieben
- τα φορτώνω στον κόκορα οικ
- alles hinschmeißen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φορτώνω κάτι σε κάποιον (βάρος, δουλειά)
- jdm etw aufbürden
- τα φορτώνω στον κόκορα οικ
- alles hinschmeißen
- φορτώνω ένα έγκλημα σε κάποιον
- jdm ein Verbrechen in die Schuhe schieben