στο λεξικό PONS
- κουκουλώνομαι
- sich gut einpacken
- κουκουλώνομαι στο κρεβάτι/κάτω από την κουβέρτα
- sich ins Bett/unter die Decke kuscheln
- sich kuscheln
- κουκουλώνομαι
- unter die Bettdecke kriechen
- κουκουλώνομαι κάτω από το πάπλωμα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- κουκί
- κουκκίδα
- κούκλα
- κουκλοθέατρο
- κούκλος
- κουκουλώνομαι
- κουκουλώνω
- κουκουνάρα
- κουκουνάρι
- κουκουναριά
- κουκούτσι