στο λεξικό PONS
εργά|ζομαι <-στηκα> [ɛrˈɣazɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. εργάζομαι (δουλεύω):
- εργάζομαι
- arbeiten
- εργάζεται ως δάσκαλος
- er arbeitet als Lehrer
2. εργάζομαι (λειτουργώ):
- εργάζομαι
- funktionieren
- το τηλέφωνο δεν εργάζεται
- das Telefon funktioniert nicht
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.