στο λεξικό PONS
τιμολόγιο [timɔˈlɔjiɔ] SUBST ουδ
1. τιμολόγιο (κατάλογος):
- τιμολόγιο
- Preisliste θηλ
2. τιμολόγιο (λογαριασμός):
- τιμολόγιο
- Rechnung θηλ
- ένα τιμολόγιο για 3.000 ευρώ
- eine Rechnung θηλ in Höhe von 3.000 Euro
- προξενικό τιμολόγιο
- Konsulatsrechnung θηλ
- έλεγχος αρσ τιμολογίων
- Rechnungsprüfung θηλ
3. τιμολόγιο (ταρίφα, διατίμηση):
- τιμολόγιο
- Tarif αρσ
- τιμολόγιο μεταφοράς ΟΙΚΟΝ
- Frachttarif αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μισθολογικό τιμολόγιο
- Lohntarif αρσ
- τιμολόγιο μεταφοράς ΟΙΚΟΝ
- Frachttarif αρσ
- προξενικό τιμολόγιο
- Konsulatsrechnung θηλ
- ένα τιμολόγιο για 3.000 ευρώ
- eine Rechnung θηλ in Höhe von 3.000 Euro