στο λεξικό PONS
γέννησ|η <-εις> [ˈjɛnisi] SUBST θηλ
- γέννηση
- Geburt θηλ
- γέννηση διδύμων
- Zwillingsgeburt θηλ
- έλεγχος αρσ των γεννήσεων
- Geburtenkontrolle θηλ
- η Γέννηση (εικονογραφικό θέμα)
- die Geburt θηλ Christi
- η Γέννηση (Χριστούγεννα)
- Weihnachten ουδ ενικ
- πιστοποιητικό ουδ γέννησης
- Geburtsurkunde θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γέννηση διδύμων
- Zwillingsgeburt θηλ
- η Γέννηση (εικονογραφικό θέμα)
- die Geburt θηλ Christi