στο λεξικό PONS
πρώτ|ος <-η, -ο> [ˈprɔtɔs] ΕΠΊΘ
- πρώτος
- erste(r, s)
- ήταν ο πρώτος
- er war der Erste
- το κατάφερε με την πρώτη
- er/sie hat es beim ersten Mal geschafft
- φτάνω πρώτος/πρώτη
- als Erster/Erste ankommen
- βγαίνω πρώτος
- Erster werden
- βγαίνω πρώτη
- Erste werden
- ο πρώτος τυχών
- der Erstbeste αρσ
- είμαι πρώτος των διεθνών αγορών ΟΙΚΟΝ
- Weltmarktführer sein
- πρώτος αριθμός ΜΑΘ
- Primzahl θηλ
- πρώτη ύλη
- Rohstoff αρσ
- την πρώτη πρώτου (ημερομηνία)
- am ersten Ersten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρώτος καταναλωτής
- Erstverbraucher αρσ
- πρώτος παράγοντας ΜΑΘ
- Primfaktor αρσ
- διακοσιοστός πρώτος
- zweihunderterste(r, s)
- πρώτος πιλότος
- Chefpilot αρσ
- πρώτος λαχνός
- Hauptgewinn αρσ