στο λεξικό PONS
I. τεντώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [tɛnˈdɔnɔ] VERB μεταβ
1. τεντώνω (σκοινί):
- τεντώνω
- spannen
2. τεντώνω (απλώνω):
- τεντώνω
- ausstrecken
- τεντώνω τα αφτιά μου
- die Ohren spitzen
3. τεντώνω (παράθυρο):
- τεντώνω
- sperrangelweit aufmachen
II. τεντώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- τεντώνομαι
- sich recken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τεντώνω τ' αφτιά μου
- die Ohren spitzen
- τεντώνω τα αφτιά μου
- die Ohren spitzen
- τεντώνω το σκοινί κάργα
- das Seil fest anziehen