στο λεξικό PONS
I. τραβ|ώ <-άς, -ηξα, -ήχτηκα, -ηγμένος> [traˈvɔ] VERB μεταβ
1. τραβώ (γενικά: έλκω, και: σπαθί, μαχαίρι, πιστόλι, φελλό, δόντι):
- τραβώ
- ziehen
- τραβώ κάτω/πάνω
- herunterziehen/heraufziehen
- τραβώ έξω/μέσα
- herausziehen/hereinziehen
- τραβώ κάποιον από το μανίκι
- jdn am Ärmel ziehen
2. τραβώ (κουρτίνες):
- τραβώ
- zuziehen
3. τραβώ (ρυμουλκώ, σέρνω):
- τραβώ
- schleppen
4. τραβώ (χρήματα από τράπεζα):
- τραβώ
- abheben
5. τραβώ (υποφέρω, περνώ):
- τραβώ
- durchmachen
- δεν ξέρεις τι τράβηξα!
- du weißt nicht, was ich (alles) durchgemacht habe!
6. τραβώ (ελκύω):
- τραβώ
- anziehen
- τραβώ την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen
7. τραβώ (παρατείνω υπερβολικά: λόγο, θέμα):
- τραβώ
- in die Länge ziehen
ιδιωτισμοί:
- τραβώ μια φωτογραφία
- ein Foto machen
- τραβώ ένα χαστούκι σε κάποιον
- jdm eine Ohrfeige versetzen
- τραβώ τα αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren lang ziehen
- τραβώ τα μαλλιά μου (από το κακό μου)
- sich δοτ die Haare raufen
- είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά μτφ
- das ist an den Haaren herbeigezogen
II. τραβ|ώ <-άς, -ηξα, -ήχτηκα, -ηγμένος> [traˈvɔ] VERB αμετάβ
1. τραβώ (πηγαίνω):
- τραβάνε νότια
- sie ziehen in Richtung Süden/nach Süden
- … και μετά τράβηξε για το σπίτι
- … und dann machte er sich auf den Heimweg
- τραβώ στην άκρη/στο πλάι (κάνω ένα δυο βήματα)
- zur Seite gehen
- τραβώ στην άκρη/στο πλάι (με όχημα)
- an die Seite fahren
2. τραβώ (σόμπα, αυτοκίνητο):
- τραβώ
- ziehen
III. τραβιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. τραβιέμαι (αποσύρομαι):
- τραβιέμαι από
- sich zurückziehen aus/von
2. τραβιέμαι (κάνω μέρος):
- τραβιέμαι πίσω (κάνω ένα δυο βήματα προς τα πίσω)
- zurückweichen
- τραβιέμαι στην άκρη/στο πλάι
- zur Seite weichen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τραβώ κουπί
- rudern
- τραβώ μαχαίρι
- ein Messer ziehen
- τραβώ το δρόμο μου
- seinen Weg gehen
- τραβώ την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen
- τραβώ τα αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren lang ziehen