στο λεξικό PONS
τρεις <τρεις, τρία> [tris] NUM
- τρεις
- drei
- εμείς οι τρεις
- wir drei
- κάθε τρεις και δέκα
- auf Schritt und Tritt
- απλή μέθοδος θηλ των τριών ΜΑΘ
- Dreisatz αρσ
τρεις NUM
- είναι τρεις και μισή
- es ist halb vier
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- … και τρεις αποχές
- … und drei Enthaltungen
- έπειτα από τρεις μέρες
- nach drei Tagen
- πήγε τρεις η ώρα
- es ist schon drei Uhr
- τρεις φορές τη βδομάδα
- dreimal pro/die Woche
- έχει τρεις εβδομάδες άδεια
- er hat drei Wochen Urlaub