στο λεξικό PONS
δίκιο [ˈðicɔ] SUBST ουδ
- δίκιο
- Recht ουδ
- (δεν) έχω δίκιο
- (nicht) Recht haben
- εδώ έχεις δίκιο
- in diesem Punkt hast du Recht
- έχω το δίκιο με το μέρος μου
- das Recht auf seiner Seite haben
- δίνω δίκιο σε κάποιον
- jdm Recht geben
- βρίσκω το δίκιο μου
- sein Recht bekommen
- ξεχωρίζω το δίκιο από το άδικο
- zwischen Recht und Unrecht unterscheiden
- με το δίκιο του να μη θέλει να τον ξαναδεί
- es ist sein gutes Recht, ihn nicht mehr wiedersehen zu wollen
- παίρνω το δίκιο μου πίσω
- sich rächen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δίνω δίκιο σε κάποιον
- jdm Recht geben
- βρίσκω το δίκιο μου
- sein Recht bekommen
- φοβάμαι πως έχει δίκιο
- ich fürchte, er/sie hat Recht
- στην ουσία έχει δίκιο
- im Grunde/eigentlich hat er Recht
- σαν να 'χεις δίκιο
- du scheinst Recht zu haben