στο λεξικό PONS
μαχαιρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [maçɛˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. μαχαιρώνω (τραυματίζω):
- μαχαιρώνω κάποιον
- jdn mit einem Messer stechen
2. μαχαιρώνω (σκοτώνω):
- μαχαιρώνω κάποιον
- jdn erstechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαχαιρώνω κάποιον
- jdn mit einem Messer stechen
- μαχαιρώνω κάποιον πισώπλατα
- jdm in den Rücken stechen