στο λεξικό PONS
I. γενν|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [jɛˈnɔ] VERB μεταβ
1. γεννώ (παιδί):
- γεννώ
- gebären
- όπως τον γέννησε η μάνα του
- wie Gott ihn erschaffen hat
- σ' έχω γεννήσει εγώ
- ich kenne dich nur allzu gut
2. γεννώ (αβγά):
- γεννώ
- legen
3. γεννώ μτφ (προξενώ):
- γεννώ
- hervorrufen
- γεννώ ερωτήματα
- Fragen aufwerfen
II. γεννιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. γεννιέμαι (για έμβιο ον):
- γεννιέμαι
- geboren werden
- πότε γεννήθηκες;
- wann bist du geboren?
- γεννιέμαι βλάκας
- als Idiot geboren werden [o. auf die Welt kommen]
2. γεννιέμαι (για οτιδήποτε άλλο):
- γεννιέμαι
- entstehen
- η ιδέα αυτή γεννήθηκε όταν …
- diese Idee entstand, als …
- μου γεννήθηκαν αμφιβολίες
- Zweifel stiegen in mir auf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γεννώ ερωτήματα
- Fragen aufwerfen