στο λεξικό PONS
I. αποστρ|έφω <-εψα, -άφηκα, -αμμένος> [apɔˈstrɛfɔ] VERB μεταβ (πρόσωπο, βλέμμα)
- αποστρέφω
- abwenden
II. αποστρ|έφω <-εψα, -άφηκα, -αμμένος> [apɔˈstrɛfɔ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- αποστρέφομαι κάτι/κάποιον
- verabscheuen etw/jdn
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποστρέφω το βλέμμα
- wegschauen
- αποστρέφω το βλέμμα μου από κάτι
- seinen Blick von etw abwenden