στο λεξικό PONS
διψασμέν|ος <-η, -ο> [ðipsazˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- διψασμένος
- durstig
- είναι διψασμένος
- er ist durstig, er hat Durst
- είναι διψασμένος για εκδίκηση μτφ
- er dürstet nach Rache
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι διψασμένος
- er ist durstig, er hat Durst
- είναι διψασμένος για εκδίκηση μτφ
- er dürstet nach Rache
Αναζήτηση στο λεξικό
- διχοτόμηση
- διχοτομικός
- διχοτομώ
- δίχρονα
- δίχρονος
- διψασμένος
- διψήφιος
- δίψηφο
- διψώ
- διωγμός
- διωδία