στο λεξικό PONS
I. πολεμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα> [pɔlɛˈmɔ] VERB αμετάβ
1. πολεμώ (κάνω πόλεμο):
- πολεμώ
- Krieg führen
2. πολεμώ (αγωνίζομαι):
- πολεμώ
- kämpfen
3. πολεμώ (προσπαθώ):
- πολεμώ
- sich bemühen
II. πολεμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα> [pɔlɛˈmɔ] VERB μεταβ (καταπολεμώ)
- πολεμώ
- bekämpfen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.