στο λεξικό PONS
ορί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. ορίζω (προσδιορίζω):
- ορίζω
- festsetzen
- ορίστε – ευχαριστώ
- bitte – danke
- ορίστε! (υπάλληλος προς πελάτη)
- bitte schön!
- ορίστε; (τι είπες)
- bitte?
- ορίστε; (θαρρώ δεν άκουσα καλά)
- wie bitte?
- ορίστε μας!
- da haben wir's!
2. ορίζω (σημασία μιας λέξης):
- ορίζω
- definieren
- η κατευθυνόμενη οικονομία ορίζεται ως …
- die Planwirtschaft wird definiert als …
3. ορίζω (εξουσιάζω):
- ορίζω κάποιον
- Herr über jdn sein
ορίζω VERB
- τι ορίζεις; (να σου κάνω)
- womit kann ich dienen?
ορίζω VERB
- τι ορίζεις; (να σου κάνω)
- womit kann ich dienen?
- που ορίζεις (Συν. ας γίνει το θέλημά σου, ας γίνει αυτό που ξέλεις
- Wie du es willst, wie du es möchtest
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ορίζω κάποιον
- Herr über jdn sein