στο λεξικό PONS
άυπν|ος <-η, -ο> [ˈaipnɔs] ΕΠΊΘ (που δεν μπορεί να κοιμηθεί)
- πέρασε τη νύχτα άυπνος
- er hat die ganze Nacht nicht schlafen können
- είναι δυο μέρες άυπνος
- er hat zwei Tage nicht geschlafen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέρασε τη νύχτα άυπνος
- er hat die ganze Nacht nicht schlafen können
- είναι δυο μέρες άυπνος
- er hat zwei Tage nicht geschlafen