στο λεξικό PONS
φωτιστικό [fɔtistiˈkɔ] SUBST ουδ
- φωτιστικό
- Leuchte θηλ
- φωτιστικό αλογόνου
- Halogenleuchte θηλ
- φωτιστικό δαπέδου
- Standleuchte θηλ
- φωτιστικό δαπέδου
- Stehlampe θηλ
- επιτραπέζιο φωτιστικό
- Tischleuchte θηλ
- ηλιακό φωτιστικό
- Solarleuchte θηλ
- κρεμαστό φωτιστικό
- Hängeleuchte θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φωτιστικό ουδ δαπέδου
- Standleuchte θηλ
- φωτιστικό αλογόνου
- Halogenleuchte θηλ
- φωτιστικό δαπέδου
- Standleuchte θηλ
- επιτραπέζιο φωτιστικό
- Tischleuchte θηλ
- ηλιακό φωτιστικό
- Solarleuchte θηλ