στο λεξικό PONS
τροφοδοτ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [trɔfɔðɔˈtɔ] VERB μεταβ
1. τροφοδοτώ (χορηγώ τροφές):
- τροφοδοτώ
- verpflegen
2. τροφοδοτώ (χορηγώ συστηματικά: συσκευές, έπιπλα):
- τροφοδοτώ
- liefern
3. τροφοδοτώ ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
- τροφοδοτώ
- speisen