στο λεξικό PONS
ανακαλ|ώ <-είς, -εσα, -έστηκα, -εσμένος> [anakaˈlɔ] VERB μεταβ
1. ανακαλώ (φωνάζω πίσω):
- ανακαλώ
- zurückrufen
- ανακαλώ κάτι στη μνήμη μου
- etw ins Gedächtnis zurückrufen
- ανακαλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
2. ανακαλώ (από υπηρεσία):
- ανακαλώ
- abberufen
3. ανακαλώ (ακυρώνω):
- ανακαλώ
- rückgängig machen
4. ανακαλώ (ό,τι είπα):
- ανακαλώ
- zurücknehmen
5. ανακαλώ (υπόσχεση):
- ανακαλώ
- nicht halten
6. ανακαλώ Η/Υ (δεδομένα):
- ανακαλώ
- abrufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανακαλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
- ανακαλώ κάτι στη μνήμη μου
- etw ins Gedächtnis zurückrufen
- ανακαλώ/καλώ κάποιον στην τάξη
- jdn zur Ordnung rufen
- ανακαλώ/βεβαιώνω/εκδίδω πιστωτική επιστολή
- ein Akkreditiv annullieren/bestätigen/ausstellen
- ξαναφέρνω/ανακαλώ κάτι στη μνήμη μου
- etw ins Gedächtnis zurückrufen