στο λεξικό PONS
θέα [ˈθɛa] SUBST θηλ
1. θέα (εικόνα τοπίου που αντικρίζει κανείς):
- θέα
- Aussicht θηλ
- πανοραμική θέα
- Panorama ουδ
2. θέα (κοίταγμα):
- θέα
- Anblick αρσ
- στη θέα του παλατιού ένιωσα …
- beim Anblick des Palastes fühlte ich …
θεά [θɛˈa] SUBST θηλ
- θεά
- Göttin θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πανοραμική θέα
- Panoramablick αρσ
- στη θέα του παλατιού ένιωσα …
- beim Anblick des Palastes fühlte ich …
- η θέα σταμπαρίστηκε στη μνήμη του
- der Anblick prägte sich ihm ein