στο λεξικό PONS
ενοχλητικ|ός <-ή, -ό> [ɛnɔxlitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ενοχλητικός (που εμποδίζει, που διαταράσσει):
- ενοχλητικός
- störend
2. ενοχλητικός (δυσάρεστος: ερωτήσεις):
- ενοχλητικός
- unangenehm
3. ενοχλητικός (άνθρωπος: φορτικός και ανεπιθύμητος):
- ενοχλητικός
- lästig
4. ενοχλητικός (άνθρωπος: που μόνο ενοχλεί, ανεπιθύμητος):
- τι ήθελε κι αυτός ο ενοχλητικός τώρα εδώ πέρα!
- was hat denn jetzt dieser Störenfried hier zu suchen!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τι ήθελε κι αυτός ο ενοχλητικός τώρα εδώ πέρα!
- was hat denn jetzt dieser Störenfried hier zu suchen!