στο λεξικό PONS
φορά [fɔˈra] SUBST θηλ
1. φορά ΑΘΛ (φόρα):
- φορά
- Anlauf αρσ
2. φορά (κατεύθυνση, πορεία):
- φορά
- Lauf αρσ
3. φορά (χρονικά):
- φορά
- Mal ουδ
- μια φορά (όχι δυο)
- einmal, ein Mal
- μια φορά (κάποτε)
- einmal
- για πρώτη/τελευταία φορά
- zum ersten/letzten Mal
- την πρώτη φορά
- das erste Mal
- την τρίτη/τέταρτη φορά
- beim dritten/vierten Mal
- καμιά φορά (ποτέ)
- nie
- καμιά φορά (μερικές φορές)
- manchmal
- καμιά φορά (κάποτε)
- irgendwann einmal
- το δοκίμασες καμιά φορά;
- hast du es irgendwann einmal probiert?
- πήγες καμιά φορά στην Κύπρο;
- warst du schon einmal auf Zypern?
- κάθε φορά που …
- jedes Mal, wenn …
- αυτήν τη φορά
- dieses Mal/diesmal
- άλλη φορά
- ein andermal
- άλλη μια φορά
- noch einmal
- μερικές φορές
- manchmal
- πολλές φορές
- oft
- τις περισσότερες φορές
- meistens
- πόσες φορές;
- wie oft?
- τόσες φορές σού είπα ότι …
- ich habe dir so oft gesagt, dass …
- σου είπα χίλιες φορές να …
- ich habe dir tausend Mal gesagt, dass …
- μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που …
- es war einmal ein König, der …
φόρα [ˈfɔra] SUBST θηλ
1. φόρα (ορμή):
- φόρα
- Schwung αρσ
- βγάζω στη φόρα
- verraten
2. φόρα (τρέξιμο πριν από πήδημα):
- φόρα
- Anlauf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μια φορά (κάποτε)
- einmal
- καμιά φορά (ποτέ)
- nie
- άλλη φορά
- ein andermal
- καμιά φορά δεν ξέρεις (τα πάντα συμβαίνουν)
- man kann nie wissen
- το δοκίμασες καμιά φορά;
- hast du es irgendwann einmal probiert?