στο λεξικό PONS
παρ|αμένω <-άμεινα VERB αμετάβ -έμεινα> [paraˈmɛnɔ]
1. παραμένω (μένω):
- παραμένω
- bleiben
2. παραμένω (σε κάποιον τόπο: διαμένω):
- παραμένω
- sich aufhalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραμένω σε αχρησία
- weiterhin nicht gebraucht werden