στο λεξικό PONS
μόνο [ˈmɔnɔ] ΕΠΊΡΡ
- μόνο
- nur
- μόνο εσύ
- nur du
- όχι μόνο … αλλά και …
- nicht nur …, sondern auch …
- καλό είναι, μόνο που δεν υπάρχει κεντρική θέρμανση
- es ist gut, nur dass es keine Zentralheizung gibt
- το κάνει μόνο και μόνο για να …
- er tut es einzig und allein, um …
- εντάξει, μόνο να μην αργήσεις (μη γυρνάς αργά)
- in Ordnung, aber komm nicht zu spät zurück
- μόνο να τον έβλεπες!
- du hättest ihn mal sehen sollen!
- και μόνο που το σκέφτομαι ανατριχιάζω
- allein schon beim Gedanken daran schaudert es mich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μονό κρεβάτι
- Einzelbett ουδ
- μονό εισιτήριο
- einfache Fahrkarte θηλ
- μόνο εσύ
- nur du
- όχι μόνο … αλλά και …
- nicht nur …, sondern auch …
- το κάνει μόνο και μόνο για να …
- er tut es einzig und allein, um …