στο λεξικό PONS
I. υπερ|βάλλω <-έβαλα> [ipɛrˈvalɔ] VERB μεταβ (υπερτερώ)
- υπερβάλλω
- übertreffen
II. υπερ|βάλλω <-έβαλα> [ipɛrˈvalɔ] VERB αμετάβ (μεγαλοποιώ)
- υπερβάλλω
- übertreiben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.