στο λεξικό PONS
μονότον|ος <-η, -ο> [mɔˈnɔtɔnɔs] ΕΠΊΘ
1. μονότονος (χωρίς ηχητική ποικιλία) ΜΑΘ:
- μονότονος
- monoton
- μονότονη ακολουθία ΜΑΘ
- monotone Folge θηλ
- μονότονη συνάρτηση ΜΑΘ
- monotone Funktion θηλ
2. μονότονος (ανιαρός):
- μονότονος
- langweilig, monoton
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.