στο λεξικό PONS
πρώην [ˈprɔin] ΕΠΊΡΡ
- πρώην
- frühere(r, s)
- πρώην
- ehemalig
- ο πρώην διευθυντής
- der frühere/ehemalige Direktor
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο πρώην διευθυντής
- der frühere/ehemalige Direktor
- Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία θηλ της Μακεδονίας
- Ehemalige Jugoslawische Republik θηλ Mazedonien