στο λεξικό PONS
I. καταδέχ|ομαι <-τηκα> [kataˈðɛxɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- καταδέχομαι να κάνω κάτι
- sich dazu herablassen, etw zu tun
II. καταδέχ|ομαι <-τηκα> [kataˈðɛxɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- δεν τον καταδέχεται
- er lässt sich nicht mit ihm ein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταδέχομαι να κάνω κάτι
- sich dazu herablassen, etw zu tun