στο λεξικό PONS
ακτή [akˈti] SUBST θηλ
1. ακτή (άκρη ξυράς):
- ακτή
- Küste θηλ
- απόκρημνη ακτή
- Steilküste θηλ
- κοντά στην ακτή
- küstennah
2. ακτή (πλαζ):
- ακτή
- Strand αρσ
- ακτή γυμνιστών
- FKK-Strand αρσ
- ακτή γυμνιστών
- Nacktbadestrand αρσ
- η Ακτή θηλ Ελεφαντοστού, η Ακτή θηλ Ελαφαντόδοντος
- die Elfenbeinküste θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακτή γυμνιστών
- FKK-Strand αρσ
- απόκρημνη ακτή
- Steilküste θηλ
- η Ακτή θηλ Ελεφαντοστού, η Ακτή θηλ Ελαφαντόδοντος
- die Elfenbeinküste θηλ
- κοντά στην ακτή
- küstennah
- το δάσος εκτείνεται ως την ακτή
- der Wald erstreckt sich bis zur Küste